βολβόρριζα

βολβόρριζα
τα бот. луковичные

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "βολβόρριζα" в других словарях:

  • μουσκάρι — Γένος φυτών της οικογένειας των λειριιδών ή λιιδών (μονοκοτυλήδονα), μερικά είδη του οποίου είναι αρκετά κοινά σε καλλιεργούμενους και χέρσους αγρούς σε όλη την Ελλάδα. Με διασταυρώσεις και επιλογή έχουν δημιουργηθεί ποικιλίες κατάλληλες και για… …   Dictionary of Greek

  • μούσκαρι — Γένος φυτών της οικογένειας των λειριιδών ή λιιδών (μονοκοτυλήδονα), μερικά είδη του οποίου είναι αρκετά κοινά σε καλλιεργούμενους και χέρσους αγρούς σε όλη την Ελλάδα. Με διασταυρώσεις και επιλογή έχουν δημιουργηθεί ποικιλίες κατάλληλες και για… …   Dictionary of Greek

  • φλοιόρριζος — ον, Α 1. (για φυτό) αυτός που έχει ρίζες αποτελούμενες από αλλεπάλληλα στρώματα φλοιού 2. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τὰ φλοιόρριζα τα βολβόρριζα φυτά. [ΕΤΥΜΟΛ. < φλοιός + ρριζος (< ῥίζα), πρβλ. σαρκό ρριζος] …   Dictionary of Greek

  • αίμανθος — (haemanthus). Γένος μονοκοτυλήδονων φυτών, της οικογένειας των αμαρυλλιδών. Περιλαμβάνει περίπου 60 είδη. Πρόκειται για φυτά ποώδη, βολβόρριζα, με φύλλα άφθονα, πλατιά και χοντρά. Τα άνθη του είναι λευκά ή κόκκινα και ο καρπός του ραγόμορφος. Τα… …   Dictionary of Greek

  • ανθόλυζα — (antholyza). Γένος πολυετών φυτών της οικογένειας των ιριδιδών, ιθαγενών της Αφρικής. Είναι βολβόρριζα φυτά με στενά, λογχοειδή φύλλα και μεγάλα κόκκινα ή κίτρινα άνθη σε ταξιανθίες. Καλλιεργούνται για διακοσμητικούς λόγους, όπως και οι γλαδιόλες …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»